Τα τελευταία έτη, η έννομη τάξη καλείται να διαχειριστεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο πεδίο: την εκτεταμένη υπερχρέωση φυσικών και νομικών προσώπων και τη συνακόλουθη ενεργοποίηση μηχανισμών είσπραξης μέσω τραπεζών, funds και εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πλέον πρόσφατη νομολογία των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας δίνει κάποιες ελπίδες για την διαμόρφωση της πραγματικής ισορροπίας μεταξύ πιστωτών και οφειλετών. Συγκεκριμένα , αναφέρομαι σε δύο πρόσφατες και ιδιαίτερα σημαντικές νομολογιακές εξελίξεις: στην απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 6/2026 και στις αποφάσεις 2260/2025 και 2261/2025 του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Αν και αφορούν διαφορετικά νομικά πεδία, παρουσιάζουν έναν κοινό άξονα προβληματισμού: τον τρόπο με τον οποίο τα δικαστήρια ερμηνεύουν και ελέγχουν ρυθμίσεις που επηρεάζουν άμεσα τη θέση του οφειλέτη.
Όσον αφορά την Απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 6/2026 , αυτή έδωσε οριστική απάντηση σε ένα τεχνικό, αλλά ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα της εφαρμογής του Ν. 3869/2010 (Νόμος Κατσέλη).
Το ζήτημα το οποίο είχε ανακύψει, αφορούσε τη βάση υπολογισμού του τόκου στις μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας, καθώς έτσι το ερμήνευαν (προς το συμφέρον τους) οι Τράπεζες. Η Ολομέλεια όμως έκρινε ότι ο τόκος υπολογίζεται επί της εκάστοτε μηνιαίας δόσης που καθορίζει το δικαστήριο και όχι επί του συνολικού άληκτου κεφαλαίου της ρύθμισης.
Πίσω από την «τεχνική» αυτή παραδοχή, αναδεικνύεται μια ουσιαστική επιλογή ερμηνείας. Ο Άρειος Πάγος προσεγγίζει τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 ως μηχανισμό κοινωνικής προστασίας και όχι ως απλό εργαλείο χρηματοοικονομικής αναδιάρθρωσης. Η μηνιαία δόση δεν αποτελεί αφηρημένο μαθηματικό μέγεθος, αλλά αποτέλεσμα δικαστικής στάθμισης, η οποία λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά εισοδήματα, τις βιοτικές ανάγκες και τη βιωσιμότητα της ρύθμισης για τον οφειλέτη.
Με την προσέγγιση αυτή, η Ολομέλεια αποτρέπει ερμηνείες που, αν και ενδεχομένως συμβατές με καθαρά λογιστική θεώρηση, η οποία συνέφερε προφανώς τις Τράπεζες, θα οδηγούσαν σε πρακτική ανατροπή της ισορροπίας που επιδιώκει ο νόμος, του οποίου ο λόγος θέσπισης ήταν η προστασία της κύριας κατοικίας.
Αντίστοιχο ενδιαφέρον παρουσιάζει η νομολογιακή εξέλιξη ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τις πρόσφατες αποφάσεις ΣτΕ 2260/2025 και 2261/2025 , το ΣτΕ ασχολήθηκε παρεμπιπτόντως με το ζήτημα του ελέγχου του καθεστώτος των servicers, απευθύνοντας μάλιστα και σχετικό ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Με τις αποφάσεις 2260/2025 και 2261/2025, το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ εξέτασε υποθέσεις που αφορούσαν διοικητικές κυρώσεις της Τράπεζας της Ελλάδος σε στελέχη εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Κατά την επεξεργασία των υποθέσεων, το Δικαστήριο έκρινε ότι ανακύπτει σοβαρό ζήτημα ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου ως προς τον χαρακτηρισμό των εν λόγω εταιρειών και τη δυνατότητα υπαγωγής τους στην έννοια του «χρηματοδοτικού ιδρύματος». Για τον λόγο αυτό, υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η επιλογή αυτή έχει ιδιαίτερη θεσμική βαρύτητα. Αναδεικνύει ότι το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο των servicers δεν αποτελεί ένα αδιαμφισβήτητο δεδομένο, αλλά πεδίο ερμηνευτικού ελέγχου υπό το πρίσμα του ενωσιακού δικαίου, το οποίο θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρή δικαστική αξιολόγηση.
Με εντελώς διαφορετική αφετηρία , οι δύο αυτές νομολογιακές εξελίξεις συγκλίνουν σε ένα ουσιώδες σημείο: στην ενίσχυση της ουσιαστικής ερμηνείας του νόμου έναντι της τυπολατρικής.
Στην περίπτωση του Αρείου Πάγου, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η μαθηματική μέθοδος υπολογισμού του τόκου, αλλά η διασφάλιση ότι η ρύθμιση παραμένει λειτουργική και εφαρμόσιμη για τον οφειλέτη.Στην περίπτωση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι ο τυπικός χαρακτηρισμός που αποδίδεται από την εθνική νομοθεσία, αλλά η πραγματική φύση της δραστηριότητας των servicers υπό το ενωσιακό δίκαιο.
Και στις δύο περιπτώσεις, το δικαστικό ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την επιφάνεια του κανόνα στην ουσία της έννομης σχέσης.
Η σημασία των παραπάνω νομολογιακών εξελίξεων για τους δανειολήπτες και τους οφειλέτες σημαίνει ότι η δικαστική τους θέση δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη, αλλά εξαρτάται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την ποιότητα της νομικής τους υποστήριξης και την ορθή αξιοποίηση των εξελίξεων της νομολογίας. Υποθέσεις που στο παρελθόν κρίνονταν με βάση αυστηρές τυπικές παραδοχές, σήμερα απαιτούν πιο ενδελεχή νομική ανάλυση. Η επιχειρηματολογία γύρω από τον σκοπό των ρυθμίσεων, τη βιωσιμότητα των δόσεων, την αναλογικότητα των μέτρων και τη νομιμότητα των διαδικασιών αποκτά αυξημένη βαρύτητα.
Η ΑΠ Ολ 6/2026 και οι ΣτΕ 2260-2261/2025 δεν συνιστούν μια ενιαία, διακηρυγμένη μεταστροφή της νομολογίας υπέρ των οφειλετών μεν, αποτελούν όμως σαφείς ενδείξεις μιας πιο ώριμης δικαστικής προσέγγισης, η οποία επιδιώκει να αξιολογεί τις υποθέσεις όχι μόνο με τυπικά κριτήρια, αλλά και με βάση την πραγματική τους οικονομική και κοινωνική διάσταση.
Υπό αυτή την έννοια, διαμορφώνεται ένα πιο απαιτητικό αλλά ταυτόχρονα και πιο δίκαιο πεδίο δικαστικής κρίσης, στο οποίο η ουσιαστική νομική επιχειρηματολογία αποκτά καθοριστική σημασία. Και αυτή ακριβώς η εξέλιξη είναι που δημιουργεί νέες δυνατότητες υπεράσπισης για τους δανειολήπτες και τους οφειλέτες, υπό την προϋπόθεση της σωστής και εξειδικευμένης νομικής καθοδήγησης.
Έλενα Κυριακοπούλου
Δικηγόρος
ΜΔΕ Εμπορικού Δικαίου ΕΚΠΑ,
Άυλα Αγαθά & Ανταγωνισμός
Το παρόν δεν αποτελεί νομική συμβουλή.
Για περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με τα νομικά ζητήματα που αναφέρονται ανωτέρω, μπορείτε να απευθυνθείτε στο δικηγορικό γραφείο KYROS LAW OFFICES
(Oμήρου 50, Αθήνα – Τηλ. Επικοινωνίας: 2103633104 – email: [email protected]) και να συμβουλευτείτε τους εξειδικευμένους δικηγόρους.
Από την ΑΠ Ολ 6/2026 στις ΣτΕ 2260-2261/2025: Διαμορφώνεται νέα νομολογιακή ισορροπία υπέρ του οφειλέτη;
09
Ιούλ
2026